ΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Καθώς οι μεγάλες πυρκαϊές στην Αττική έχουν τεθεί «υπό μερικό έλεγχο», ο φακός του ΒΗΜagazinο πετάει σε Μαραθώνα και Γραμματικό με το μεγαλύτερο ελικόπτερο του κόσμου, αναζητώντας πιθανές αναζωπυρώσεις. Κείμενο, φωτογραφίες: Κώστας Λακαφώσης.

Είναι Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009, και η μεγάλη φωτιά που ξεκίνησε από το Γραμματικό και έφτασε μέχρι τη Νέα Μάκρη αλλά και τα βόρεια προάστια της Αθήνας, δίνεται επισήμως “υπό μερικό έλεγχο”. Τί ακριβώς σημαίνει αυτό; Σύντομα θα το διαπιστώσουμε από πρώτο χέρι, αφού μόλις έχουμε απογειωθεί από το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας για την 3ωρη πτήση μας με πορεία προς Μαραθώνα, Γραμματικό και Ραμνούντα, με ένα από τα πέντε τεράστια ρωσικά ελικόπτερα αεροπυρόσβεσης που ενοικίασε για φέτος η Πυροσβεστική.

Πετάμε με περίπου 140 χλμ/ώρα και σε λιγότερα από δέκα λεπτά ήδη αρχίζουμε να βλέπουμε μαύρο από κάτω μας… Από Σταμάτα προς Μαραθώνα, η γή σηματίζει ένα παζλ από χρώματα που από ψηλά φαίνονται σαν κωδικοί σε χάρτη: πράσινο, μαύρο και άσπρο. Το θέμα, βέβαια, είναι η σειρά εμφάνισης: ξεκινάμε πάντα από πράσινο, το οποίο έπειτα γίνεται μαύρο προκειμένου να μετατραπεί σε άσπρο…
Αυτές, όμως, είναι σκέψεις για την επιστροφή- τώρα, βιαζόμαστε να φτάσουμε στην περιοχή ευθύνης μας, την οποία, όπως βλέπουμε στον ορίζοντα, ήδη καλύπτει ένα ζευγάρι από Canadair της Πολεμικής Αεροπορίας. Δεν υπάρχει κάποιο ενεργό μέτωπο στην περιοχή του Γραμματικού, όμως συνεχίζονται οι ρίψες νερού, αφού οι αναζωπυρώσεις παραμονεύουν. “Νά, εκεί, στη ρίζα του λόφου, στην άκρη του καμμένου, έσκασε πάλι ένας καπνός, αν δεν τον προλάβουμε αμέσως θα αρπάξει το δασάκι από πίσω” μας λέει ο κ. Θέμης Μίλισης, ο απόστρατος χειριστής ελικοπτέρων του Πολεμικού Ναυτικού που κάθεται στην αναδιπλούμενη θέση πίσω από τους δύο λευκορώσους χειριστές και κατευθύνει τις ενέργειές τους ως αρχηγός της αποστολής. Από το πλήρωμα του κόκπιτ μόνο ο Ναυτίλος ξέρει λίγα αγγλικά, όμως δεν χρειάζονται και περισσότερα. Κάθε πλήρωμα (εννιά άτομα στο σύνολο, μαζί με τον Ιπτάμενο Μηχανικό, τους δύο χειριστές του κάδου και τους τεχνικούς υποστήριξης) δουλεύει πάντα σαν ομάδα, και όλα τα πληρώματα ήδη έχουν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα έχοντας γράψει άπειρες ώρες στην αεροπυρόσβεση. Έτσι, η συνεννόηση γίνεται αυτόματα, και χωρίς πολλά-πολλά: μιά λέξη ή ένα νεύμα είναι αρκετό ώστε να καταλάβουν οι χειριστές την οδηγία που τους δίνει ο Έλληνας συντονιστής που υπάρχει σε κάθε ελικόπτερο, ο οποίος είναι σε μόνιμη επαφή μέσω ασυρμάτου με τον “Άρη” (τον τοπικό διοικητή των επίγειων δυνάμεων), τη “Φλόγα” (το συντονιστικό ελικόπτερο της Πυροσβεστικής), την “Αφροδίτη” (τα αμερικανικά ελικόπτερα Έρικσον), τον “Ήφαιστο” και τον “Προμηθέα” (τα Canadair της Πολεμικής Αεροπορίας) και το Συντονιστικό της Πυροσβεστικής. Εμείς είμαστε ο “Δίας”, δηλαδή το Mil Mi-26, το τεράστιο ελικόπτερο ρωσικής κατασκευής που φέρει περήφανα και τον τίτλο του μεγαλύτερου μεταγωγικού ελικοπτέρου στον κόσμο. Με δύο πανίσχυρους κινητήρες συνολικής ιπποδύναμης 20.000 ίππων και κεντρικό στροφείο με οκτώ (!) πτερύγια, η “αγελάδα” (κατά το παρατσούκλι που κόλλησε στο ρωσικό στρατό) μπορεί να μεταφέρει φορτίο έως 20 τόννων, είτε στο εσωτερικό είτε κρεμασμένο από κάτω.
Ο κάδος της αεροπυρόσβεσης κρέμεται 40 μέτρα κάτω από την κοιλιά μας και γεμίζει με 15 τόννους θαλασσινό νερό, σε μιά διαδικασία που διαρκεί λιγότερο από 20 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που ο χειριστής θα φέρει σε αιώρηση το Mi-26 στο σωστό ύψος πάνω από τα κύματα. Σε άπνοια και ήρεμη θάλασσα είναι μιά απλή διαδικασία ακριβείας, όμως όσο πιό δυνατός ο άνεμος, τόσο και πιό δύσκολη η υδροληψία, ειδικά μάλιστα υπό την πίεση του χρόνου, όταν η φωτιά μαίνεται και κάθε δευτερόλεπτο μετράει. Στην πορεία προς το στόχο, η φυσική ευελιξία του ελικοπτέρου δίνει αρκετές εναλλακτικές ως προς την προσέγγιση και τη βολή, ακόμα και σε στενά, παράξενα σημεία, ή ακόμα και κοντά σε ηλεκτροφόρα σύρματα. Η διαδικασία της σκόπευσης δεν είναι κλασικός “βομβαρδισμός” όπως στα αεροπλάνα αλλά μοιάζει πιό πολύ με “μεταφορά και απόθεση φορτίου”, ό,τι δηλαδή έκαναν οι ρώσοι χειριστές στην πατρίδα τους πριν εκπαιδευτούν στην αεροπυρόσβεση και βρεθούν στην Ελλάδα για 4 μήνες κάθε χρόνο (για πέμπτο ή έκτο καλοκαίρι για τους περισσότερους). Στην τελική προσέγγιση στο στόχο, όλα τα μάτια είναι ανοιχτά και όλοι μιλούν ταυτόχρονα στο σύστημα ενδοεποικινωνίας: οι δύο χειριστές κοιτάζουν μπροστά, ο Ιπτάμενος Μηχανικός και ο Ναυτίλος σκύβουν στα πλαινά παράθυρα, ο καθένας από την πλευρά του, ενώ πίσω στον τεράστιο χώρο της καμπίνας οι δύο χειριστές του κάδου φορούν προστατευτικά γυαλιά βγάζουν το κεφάλι τους έξω από τα μικρά φινιστρίνια για σκοπεύσουν καλύτερα τη βολή αλλά και για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια του τεράστιου ελικοπτέρου από κρυμμένα εμπόδια στις τυφλές γωνίες των χειριστών. Ο Κυβερνήτης βλέπει τον κάδο της πυρόσβεσης μόνο μέσα από μιά κάμερα που δίνει εικόνα σε ένα μικρό ασπρόμαυρο μόνιτορ στον πίνακα οργάνων, όμως η εικόνα αυτή είναι βοηθητική και μόνο: χωρίς τη διαρκή ενημέρωση και την εμπειρία των υπόλοιπων μελών του πληρώματός του, δεν θα μπορούσε να πετά με ασφάλεια σε συνθήκες πραγματικής μάχης.
Το άνοιγμα του κάδου και η ρίψη του νερού γίνεται σχεδόν πάντα με μιά ταχύτητα περίπου 50-70χλμ/ώρα προς τα εμπρός, έτσι ώστε το νερό να καλύπτει μιά μεγαλύτερη έκταση στο έδαφος, σχηματίζοντας γραμμές που αλληλοκαλύπτονται ώστε να σταματήσουν την πορεία της φωτιάς. Εάν χρειαστεί, ο “Δίας” μπορεί να κόψει ταχύτητα, να έλθει σε στιγμιαία αιώρηση και να αφήσει ολόκληρο το φορτίο των 15 τόννων σε ένα σημείο, όμως αυτό στην πράξη σπανίως αποδεικνύεται χρήσιμο.
Ο χρόνος αντίδρασης των ελικοπτέρων από την εκδήλωση της φωτιάς, αρχίζει να μετρά από την εντολή που λαμβάνουν από την Πυροσβεστική. “Έχουμε υποχρέωση μέσα σε 20 λεπτά να είμαστε στον αέρα, στην πράξη χρειαζόμαστε γύρω στα 15”, μας λέει ο κ. Μίλησης, συμπληρώνοντας: “εμείς επιχειρούμε από την ανατολή του ηλίου, όμως αν η Πυροσβεστική μας καλέσει νωρίτερα μπορούμε να κάνουμε από πριν όλες τις διαδικασίες και να είμαστε στον αέρα με το πρώτο φως”. Από εκεί και πέρα, όλα εξαρτώνται από την απόσταση της φωτιάς: με 150χλμ/ώρα (το όριο ταχύτητας λόγω κάδου) και πετώντας σε ευθεία γραμμή, μέσα σε 10 ή 15 λεπτά καλύπτονται τα περισσότερα σημεία στην Αττική. Από την εντολή της Πυροσβεστικής μέχρι την πρώτη ρίψη, ο χρόνος θα είναι μικρότερος του φυσιολογικού (των 30-35 λεπτών) μόνο εάν το ελικόπτερο ή το αεροπλάνο τύχει να βρίσκεται ήδη στον αέρα σε άλλη φωτιά. “Μας βοήθησε η τύχη την περασμένη Κυριακή και προλάβαμε μιά φωτιά στον Κουβαρά, που αν ξέφευγε θα έκαιγε τα πάντα μέχρι το Σούνιο, με το βοριά που είχε”, μας διηγείται φωνάζοντας για να ακούγεται πάνω από τον θόρυβο του κόκπιτ ο κ. Μίλησης. “Πετούσαμε στην περιοχή και είδαμε ξαφνικά καπνό και φλόγες σε δύσκολο και επικίνδυνο σημείο, ανάμεσα σε δύο πυλώνες του ρεύματος. Στρίψαμε για τη θάλασσα, ευτυχώς πήραμε αμέσως άδεια από τον Βενιζέλο για να διασταυρώσουμε χαμηλά στην περιοχή του, και προλάβαμε τη φωτιά, ούτε πέντε λεπτά από τη στιγμή που άναψε. Τις μεγαλύτερες επιτυχίες μας δεν τις μαθαίνει κανείς: είναι όταν προλαβαίνουμε μιά φωτιά πριν γίνει είδηση…”

Advertisements

Posted on December 8, 2010, in Uncategorized. Bookmark the permalink. Leave a comment.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: