ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΑΝ ΠΙΣΩ

Με την αφορμή της Ημέρας Μνήμης του Ολοκαυτώματος, συναντάμε δύο από τους ελάχιστους επιζώντες που βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και είχαν την τύχη να γυρίσουν πίσω. Κείμενο: Γιώργος Πουλιόπουλος, φωτογραφίες: Κώστας Λακαφώσης

Η 27η Ιανουαρίου είναι μια ημέρα σαν όλες τις άλλες για τους περισσότερους από τους συμπατριώτες μας. Για την ελληνική εβραϊκή κοινότητα όμως είναι πάνω από όλα ημέρα μνήμης. Αυτή την ημερομηνία του 1945 ο σοβιετικός στρατός απελευθέρωσε το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς – Μπιρκενάου και έχει καθιερωθεί διεθνώς ως ημέρα μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Σήμερα οι συμπατριώτες μας που πήγαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κατάφεραν να επιζήσουν και είναι ακόμη εν ζωή δεν ξεπερνούν τις μερικές δεκάδες. Στο Εβραϊκό Μουσείο, σήμερα Τετάρτη, πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της έκθεσης «ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ: 16 καλλιτέχνες προτείνουν Μνημείο Ολοκαυτώματος Ελλήνων Εβραίων στην Αθήνα». Στην έκθεση θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά τα έργα που πρότειναν 16 καλλιτέχνες για το Μνημείο Ολοκαυτώματος Ελλήνων Εβραίων στην Αθήνα. Ο σχετικός διαγωνισμός είχε διεξαχθεί από την ισραηλιτική κοινότητα Αθηνών και κατέληξε στην επιλογή του έργου της γλύπτριας κυρίας Ντιάνας Μαγγανιά που κατασκευάστηκε και αποκαλύφθηκε σε ειδική εκδήλωση τον Μάιο του 2010, στον πεζόδρομο στης οδού Ερμού και Εύβουλου, στο Θησείο. Η έκθεση θα παραμείνει ανοικτή στο κοινό ως τον Αύγουστο. Το «Βήμα» θυμάται τις πιο άσχημες στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας, μέσα από τις διηγήσεις δύο ελλήνων εβραίων που έζησαν στα κολαστήρια του Αουσβιτς – Μπιρκενάου.

Με έσωσαν η δύναμη και η τύχη

Η ζωή του κ. Τζάκου (Ισάακ) Μιζάν άλλαξε για πάντα τη νύχτα της 24ης Μαρτίου του 1944 όταν οι γερμανικές αρχές Κατοχής τον συνέλαβαν, σε ηλικία 16 ετών, στην Αρτα μαζί με την οικογένειά του. «Εχω παράπονο από την τοπική κοινωνία της Αρτας και την αστυνομία. Δεν μας ειδοποίησαν. Την ίδια μέρα το πρωί είχαν πιάσει τους Εβραίους της Αθήνας. Τουλάχιστον οι νέοι θα μπορούσαμε να είχαμε γλιτώσει». Μια εβδομάδα αργότερα πέρασε μαζί με την οικογένειά του τις πύλες του Αουσβιτς στην Πολωνία. «Η τελευταία φορά που είδα τους γονείς μου ήταν την πρώτη βραδιά, στη διαλογή. Μας έβαλαν στη σειρά: οι ηλικιωμένοι και τα γυναικόπαιδα πήγαν από τη μία πλευρά, οι ικανοί προς εργασία από την άλλη. Μιλούσα λίγα γερμανικά και τους είπα “Ιχ κλάιν παπά” («Εγώ μικρός, μπαμπά»), μπας και με αφήσουν να πάω με τους γονείς μου, αλλά μάταια».

Οι ατέλειωτες ημέρες εργασίας σε έργα που εξυπηρετούσαν τη Βέρμαχτ συνοδεύονταν από απάνθρωπες συνθήκες ζωής, νερόσουπα και ξύλο σε όποιον οι Γερμανοί θεωρούσαν απείθαρχο. «Αυτό που με έσωσε ήταν πάνω από όλα η καλή σωματική μου διάπλαση και ένα φυσικό θράσος που είχα». Πιο πολύ από τους Γερμανούς, του έχει εντυπωθεί η συμπεριφορά του κρατούμενου που οι ιθύνοντες του στρατοπέδου είχαν ορίσει επικεφαλής της ομάδας του. «Μας έβριζε και μας χτυπούσε όταν θεωρούσε ότι δεν δουλεύαμε. Δεν τον κατηγορώ όμως, ο καθένας προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του. Αυτός πίστευε ότι θα το κατάφερνε έτσι». Ο κ. Μιζάν έμαθε για τον θάνατο των γονιών του στα κρεματόρια, περίπου δέκα ημέρες μετά τον εγκλεισμό του στο Αουσβιτς – Μπιρκενάου. «Εκείνη τη στιγμή έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ομως σιγά σιγά έβλεπες πως αυτό είναι μια πραγματικότητα. Σε τέτοιες συνθήκες γίνεσαι αναίσθητος. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να τρως τη νερόσουπά σου, να μπορείς να δουλεύεις ώστε να τους είσαι χρήσιμος και να φροντίζεις να διατηρείς το βάρος σου. Οι Γερμανοί έμπαιναν στον θάλαμο και κοίταζαν τα οπίσθιά μας. Οποιος δεν ήταν αρκετά παχύς πήγαινε στα κρεματόρια. Οταν λέω παχύς, εννοώ να ζυγίζει 50 κιλά…».

Το τέλος του πολέμου τον Μάιο του 1945 βρίσκει τον κ. Μιζάν στη Γερμανία, αφού το Αουσβιτς – Μπιρκενάου εκκενώνεται όσο ο Κόκκινος Στρατός πλησιάζει εκεί. «Την πρώτη περίοδο οι Σύμμαχοι μας έδιναν ελάχιστες ποσότητες φαγητού, μικρότερες και από τους Γερμανούς. Οταν διαμαρτυρήθηκα, κάποιος μου εξήγησε ότι τα στομάχια μας είχαν γίνει τόσο μικρά που δεν γινόταν να φάμε περισσότερο. Πολλοί πέθαναν έτσι, πέφτοντας με τα μούτρα στο φαΐ τις πρώτες ημέρες». Η ανυπομονησία του να επιστρέψει στην Ελλάδα ήταν τέτοια που δεν περίμενε να μεταφερθεί μαζί με τους υπόλοιπους έλληνες αιχμαλώτους, αλλά ταξίδεψε μαζί με τους σέρβους πρώην ομήρους ως το Βελιγράδι, και από εκεί συνέχισε μόνος του. «Οσο κυκλοφορούσαμε ελεύθεροι στη Γερμανία, ο απλός λαός μας αντιμετώπιζε με φόβο, έτρεμαν τα αντίποινα».

Δεν μπορώ να ακούω γερμανικά

Η 87χρονη σήμερα κυρία Σάντρα Κοέν και μία από τις αδερφές της κατάφεραν από τη δεκαμελή οικογένειά τους να επιστρέψουν από το Αουσβιτς. Ως σήμερα δεν έχει επισκεφτεί ακόμη ούτε τη Γερμανία ούτε την Πολωνία, όπου βρίσκεται ο τόπος του μαρτυρίου της. «Ξέρω ότι οι σημερινοί Γερμανοί δεν φταίνε σε τίποτε, αλλά εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω όσα έζησα. Ακόμη και αν ακούσω ότι κάποιος μαθαίνει γερμανικά μου κακοφαίνεται». Ως τα 17 της χρόνια ζούσε στην Κέρκυρα και μετά μεταφέρθηκε στο Αουσβιτς. «Σε έναν από τους ενδιάμεσους σταθμούς, κάποιος αιχμάλωτος τουφεκίστηκε μόνο και μόνο επειδή το πόδι του πέρασε τη γραμμή που είχαν ορίσει οι Γερμανοί». Στην αρχή νόμιζε ότι μεταφέρθηκαν εκεί απλώς για να δουλέψουν. Σύντομα κατάλαβαν την αλήθεια. Δεν θα ξεχάσει ποτέ μια φίλη της που ξεψύχησε στα χέρια της, λίγο αφότου οι συμμαχικές δυνάμεις απελευθέρωσαν το στρατόπεδο του Μπέργκεν-Μπέλσεν όπου είχε μεταφερθεί στο τέλος του πολέμου. «Μία μέρα πριν να είχαν έρθει θα την είχαμε προλάβει. Τα πιο ωραία χρόνια μου καταστράφηκαν, δεν θυμάμαι τίποτε όμορφο, η ζωή μου έσβησε σε μια μέρα» λέει στο «Βήμα». «Αυτό που έπρεπε να προσέχεις πάνω από όλα ήταν να μην αρρωστήσεις. Οποιος πήγαινε στο νοσοκομείο, κατέληγε στα κρεματόρια».

Η αβάσταχτη πείνα ανάγκασε την κυρία Κοέν να παραβεί και μία από τις δέκα βιβλικές εντολές. «Είχαν φέρει κάποιες κρατούμενες από την Ουγγαρία, οι οποίες είχαν και προμήθειες μαζί τους. Δίπλα μου κοιμόταν μία από αυτές. Μου είπαν οι υπόλοιπες να της πάρω το ψωμί όσο κοιμόταν. Το πήρα αλλά δεν κατάφερα να φάω από τις τύψεις. Τα κλάματά της μετά μου έκοψαν την όρεξη, το έδωσα στις άλλες. Ακόμη και σήμερα όταν δεν μου αρέσει κάποιο φαγητό λέω στον εαυτό μου: “Σάντρα τρώγε, υπήρχε περίοδος που δεν είχες να φας τίποτε”».

Ο συγγενής

«Τις πρώτες δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι όμηροι δεν μιλούσαν για τις εμπειρίες τους, τόσο στην οικογένειά τους όσο και στον Τύπο» λέει ο 62χρονος χημικός μηχανικός κ. Συμεών Φρανσές, η μητέρα του οποίου κατάφερε να γλιτώσει από τους θαλάμους αερίων. Η επιμονή των κατά τόπους εβραϊκών κοινοτήτων αλλά και γεγονότα όπως η αμερικάνικη μίνι-σειρά «το Ολοκαύτωμα», το 1978, οδήγησε αρκετούς επιζώντες σε όλο τον κόσμο να ανοίξουν το κουτί των φρικτών αναμνήσεων και να πουν την ιστορία τους. «Η μητέρα μου δεν μίλησε ποτέ για το Αουσβιτς ως και τον θάνατό της. Ο,τι έμαθα το έμαθα από μια γυναίκα που ήταν μαζί της» λέει ο κ. Φρανσές.

Ακόμη και χωρίς τις διηγήσεις της μάνας, ο φόβος του χτυπήματος της πόρτας από τις δυνάμεις κατοχής στοίχειωσε όσους μεγάλωσαν στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. «Οταν παίζαμε σε κάποιο γιαπί στη Λάρισα και βλέπαμε καμία σοφίτα λέγαμε “εδώ θα κρυφτούμε όταν ξαναέρθουν οι Γερμανοί”» θυμάται. Σήμερα ο κ. Φρανσές, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου Απόγονων Θυμάτων Ολοκαυτώματος προσπαθούν να συμπληρώσουν τον κατάλογο των ανθρώπων από τη Ελλάδα που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Πρέπει όλοι να θυμόμαστε τι έγινε, ακριβώς για να μην ξαναγίνει» σχολιάζει.

Advertisements

Posted on January 26, 2011, in Uncategorized. Bookmark the permalink. Leave a comment.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: